Παρακέντηση FNA

Παρακέντηση FNA (Fine Needle Aspiration) Θυρεοειδούς και Μαλακών Μορίων

Σε περιπτώσεις όπου μετά τη χρήση των απεικονιστικών μεθόδων του υπερήχου και της ελαστογραφίας στο θυρεοειδή αδένα, δεν έχει καταστεί δυνατή η διάκριση ενός καλοήθους όζου από πιθανό κακοήθη, κρίνεται απαραίτητη η λήψη υλικού από το σώμα του εν λόγω όζου για κυτταρολογική ανάλυση σε εργαστήριο. Η διαδικασία αυτή γίνεται με την παρακέντηση FNA, με χρήση δηλαδή μιας πολύ λεπτής βελόνας και με συνεχόμενη υπερηχογραφική καθοδήγηση, κατά την οποία λαμβάνεται δείγμα από το εσωτερικό του όζου και τοποθετείται σε ειδικά φιαλίδια για ασφαλή αποστολή σε κυτταρολογικό εργαστήριο.

Πώς γίνεται η εξέταση;

Η διαδικασία γίνεται σε ακτινολογικό ιατρείο, από ειδικά εξειδικευμένο ιατρό ακτινολόγο, που συγχρονίζει την υπερηχογραφική απεικόνιση με τον ηχοβολέα (το όργανο που ακουμπά στο σώμα του ασθενή ώστε να μεταδώσει την εικόνα των εξεταζόμενων δομών) με την ταυτόχρονη καθοδήγηση της βελόνας ακριβώς στο σημείο ενδιαφέροντος. Με την υπερηχογραφική καθοδήγηση εξασφαλίζεται:

  • η λήψη υλικού από την πιο ύποπτη περιοχή του όζου.
  • η αποφυγή βλάβης σε παρακείμενες δομές και όργανα  
  • η λήψη υλικού με ακρίβεια από το εσωτερικό του όζου και όχι από παρακείμενο φυσιολογικό ιστό
thyroid biopsy GR

Στη συνέχεια, το υλικό φυλάσσεται σε ειδικά προετοιμασμένο φιαλίδιο και αποστέλλεται για κυτταρολογικό έλεγχο, τα αποτελέσματα του οποίου θα κατηγοριοποιούν το δείγμα σύμφωνα με το σύστημα Bethesda που χρησιμοποιείται εκτενέστερα σήμερα.

Συγκεκριμένα, οι 6 κατηγορίες του συστήματος Bethesda για όζους θυρεοειδούς είναι: 

  • Bethesda I (Ανεπαρκές ή Μη διαγνωστικό): Το δείγμα δεν επαρκεί για διάγνωση. Απαιτείται επανάληψη της παρακέντησης (FNA).
  • Bethesda II (Καλοήθες): Τα κύτταρα είναι καλοήθη. Ο κίνδυνος κακοήθειας είναι πολύ χαμηλός (<3%) και συνιστάται κλινική παρακολούθηση.
  • Bethesda III (Ατυπία Σημασίας Αδιευκρίνιστης/AUS ή Θυλακιώδης Αλλοίωση Σημασίας Αδιευκρίνιστης/FLUS): Τα ευρήματα είναι ασαφή. Ο κίνδυνος κακοήθειας είναι χαμηλός έως μέτριος (10-30%).
  • Bethesda IV (Θυλακιώδες Νεόπλασμα ή Ύποπτο για Θυλακιώδες Νεόπλασμα): Υπάρχουν ενδείξεις νεοπλάσματος (θυλακιώδης αδένωμα ή καρκίνωμα). Ο κίνδυνος κακοήθειας κυμαίνεται περίπου στο 25-40%.
  • Bethesda V (Ύποπτο για Κακοήθεια): Τα κυτταρολογικά ευρήματα εγείρουν ισχυρή υπόνοια καρκίνου. Ο κίνδυνος κακοήθειας είναι υψηλός (50-75%).
  • Bethesda VI (Κακοήθεια): Η κυτταρολογική εικόνα είναι συμβατή με καρκίνο θυρεοειδούς (π.χ. θηλώδες καρκίνωμα). Ο κίνδυνος κακοήθειας είναι σχεδόν βέβαιος (97-99%). 

Πώς είναι η εμπειρία για τον ασθενή;

Ο ασθενής δεν χρειάζεται να κάνει ιδιαίτερη προετοιμασία πριν την εξέταση, καθώς μπορεί να φάει και να πιει κανονικά πριν και μετά την παρακέντηση. Αν παίρνει κάποια αντιπηκτική αγωγή (λ.χ. Plavix) χρειάζεται να τη διακόψει λίγες ημέρες πριν την παρακέντηση, αφού πρώτα συμβουλευτεί τον κλινικό ιατρό που παρακολουθεί την εν λόγω αγωγή (λ.χ. καρδιολόγο, παθολόγο, κλπ). Η λήψη του υλικού γίνεται με πολύ λεπτή βελόνα (μικρότερη από βελόνα αιμοληψίας) και διαρκεί λίγα δευτερόλεπτα, έτσι που γίνεται ελάχιστα αισθητή από τον ασθενή (οι περισσότεροι ασθενείς το περιγράφουν ως ένα ελαφρύ τσίμπημα). Οι ασθενείς στη συνέχεια είναι σε θέση να επιστρέψουν στις συνηθισμένες τους δραστηριότητες άμεσα. Η παρακέντηση είναι μάλιστα ανεκτή ως διαδικασία ακόμη και από παιδιά.

Μπορεί η ελαστογραφία να αντικαταστήσει την παρακέντηση;

Η ελαστογραφία δεν αντικαθιστά πλήρως την παρακέντηση για την τελική διάγνωση κακοήθειας, καθώς αποτελεί συμπληρωματική απεικονιστική μέθοδο, αλλά μπορεί να μειώσει σημαντικά τις περιττές επεμβάσεις. Λειτουργεί ως «ψηφιακή ψηλάφηση» που εκτιμά τη σκληρότητα των ιστών, καθοδηγώντας τον ιατρό στο ακριβές ύποπτο σημείο. Η ελαστογραφία είναι κατ’ ουσία χρήσιμη στο στάδιο πριν την απόφαση για παρακέντηση, καθώς δίνει επιπλέον πληροφορίες για τον υπό διερεύνηση όζο, και η απεικόνισή της θα συνεκτιμηθεί από τον κλινικό ιατρό και τον ακτινολόγο για τη συνέχιση της διερεύνησης.

Ποιο είναι το σημαντικότερο πλεονέκτημα της παρακέντησης;

Όταν η παρακέντηση γίνει σωστά, από εξειδικευμένο και έμπειρο ιατρό ακτινολόγο και με την κατάλληλη προετοιμασία του εργαστηριακού περιβάλλοντος του ιατρείου, μπορεί να οδηγήσει σε αρκετά ακριβή αποτελέσματα, καθώς η ευαισθησία της μεθόδου ξεπερνά το 95%. Αποφεύγεται έτσι η λήψη υλικού με άλλες, πιο επεμβατικές μεθόδους, όπως λ.χ. μία ανοιχτή βιοψία, με τις αυξημένες πιθανές επιπλοκές που μπορεί να παρουσιάσει αυτή.

Share your love